H κατάσταση ασφαλείας σε αέρα και θάλασσα έχει επιδεινωθεί εξαιρετικά τις τελευταίες δύο εβδομάδες συνέπεια της τουρκικής επιθετικότητας και της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας, αλλά και της υποχωρητικής-κατευναστικής πολιτικής που ασκεί η Αθήνα με αποτέλεσμα της αποθράσυνση της Αγκυρας.

Οι σημερινές εικονικές προσβολές ελληνικού εδάφους, ποιοτικά αναβαθμισμένες σε σχέση με το παρελθόν, τόσο σε ότι αφορά τον αριθμό των τουρκικών μαχητικών, όσο και τον αριθμό των νησιών που στοχοποίησε η τουρκική Αεροπορία, δυστυχώς για άλλη μία φορά δεν απαντώνται όπως πρέπει.

Και ας μην μιλήσουν πάλι για “προσπάθεια αποφυγής κλιμάκωσης” γιατί η πολιτική του “Κάνω αναχαίτιση με τα μάτια” είναι σχετικά νέα: Ξεκίνησε μετά τον Μάϊο του 2006, όταν συνέβη η τραγωδία με τον Κώστα Ηλικάη. Και από τότε αντί να σκληρύνει η ελληνική πλευρά που θρήνησε έναν πιλότο και έχασε ένα αεροσκάφος, έχει αποθρασυνθεί η τουρκική.

Δεν είναι μακριά η εποχή που η τουρκική Αεροπορία είχε “στριμωχθεί” στα όρια των εναέριων συνόρων μας.

Ad debug output

The ad is displayed on the page

current post: Οκτώβριος 1997: Οι σκληρότερες αερομαχίες που "διέλυσαν" την τουρκική Αεροπορία, ID: 18055

Ad: Ad created on 20 Οκτωβρίου 2020 21:22 (26388)
Placement: Content (content)





Find solutions in the manual

Μετά την κρίση των Ιμίων και παρά το γεγονός ότι υπερείχε σε μαχητικά αεροσκάφη τρίτης γενιάς με τις μάζες των F-16 να έχουν απλωθεί σε όλα τα τουρκικά αεροδρόμια, (ενώ η Ελλάδα πλην των 40+40 F-16C/D Block 30 και των Mirage 200EGM/BGM, μόλις είχε αρχίσει να παραλαμβάνει F-16C/D Block 50 και ακόμα δεν είχε εντάξει επιχειρησιακά τα βλήματα αέρος-αέρος AIM-120B AΜRAAM, ούτε τα αντιραντάρ AGM-88B HARM που τόσο έλειπαν από το ελληνικό οπλοστάσιο στην κρίση των Ιμίων) οι αναχαιτίσει ήταν σκληρές και ουσιαστικές..

Το 1997 η ΠΑ έχοντας αντιληφθεί τις προθέσεις των Τούρκων είχε προχωρήσει σε μια εκτεταμένη μετακίνηση αεροσκαφών σε αεροδρόμια εκτός των μητρικών τους βάσεων. Έτσι αεροσκάφη F-4E είχαν αναλάβει καθήκοντα readiness από τα αεροδρόμια Σαντορίνης και Σούδας (115ΠΜ), 10 F-16C των Μοιρών 330Μ και 346Μ είχαν μετασταθμεύσει στο Καστέλι (133 ΣΜ)  όπως και 10 Mirage 2000EG στο αεροδρόμιο Ηρακλείου (126 ΣΜ), μαζί με αεροσκάφη F-1CG καθώς την εποχή εκείνη η 126ΣΜ φιλοξενούσε την 334Μ, ενώ από Τανάγρα και Σκύρο άλλα Mirage 2000 και F-1CG επιτηρούσαν το κεντρικό Αιγαίο.

Σημειώνεται πως τα αεροσκάφη F-16C Block 50, είχαν αρχίσει τα παραλαμβάνονται στις 25 Ιουλίου του 1997 εντασσόμενα στο δυναμικό της 347Μ και φυσικά μέχρι τον Οκτώβριο δεν είχαν προλάβει να μεταπέσουν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Η «απάντηση» της τουρκικής Αεροπορίας, στην ελληνική κινητοποίηση  ήταν λυσσώδης προσπαθώντας από την πρώτη στιγμή να δείξει πως ήταν αποφασισμένη να κόψει στη μέση –κάπου μεταξύ Ρόδου και Κύπρου- το λεγόμενο Ενιαίο αμυντικό Χώρο και μάλιστα με τον πιο εμφανή τρόπο, «στοχεύοντας» κατευθείαν  στο μεταφορικό αεροσκάφος που μετέφερε τον υπουργό Άμυνας στην Κύπρο, ο οποίος βέβαια προσέφερε και την πολιτική στήριξη στη λειτουργία του Ενιαίου αμυντικού Χώρου.

Τι πιο σαφές μήνυμα από αυτό;

Αυτή έγινε και κατά την πτήση μετάβασης του υπουργικού αεροσκάφους στις 13/10 αλλά και κατά την επιστροφή στις 16/10, οπότε και σημειώθηκε η κορύφωση των εμπλοκών μεταξύ ελληνικών και τουρκικών αεροσκαφών. Κατά την πτήση μετάβασης δύο τουρκικά μαχητικά πέταξαν σε απόσταση τουλάχιστον 400 μέτρων από το C-130, ξεκινώντας την προκλητική αυτή συμπεριφορά η οποία θα κορυφωνόταν τις επόμενες ημέρες. Το αεροσκάφος συνόδευαν ζεύγος ελληνικών F-16C τα οποία ενόσω αναχαίτιζαν τα τουρκικά αεροσκάφη, αντικαταστάθηκαν από ζεύγος αεροσκαφών F-4E που είχαν απογειωθεί από τη Σαντορίνη.

Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη ήταν αυτά που είχαν προσγειωθεί στην Κύπρο τελικά. Μετά το πρώτο «μήνυμα» προς τον υπουργό Αμύνης, η τουρκική Αεροπορία επικέντρωσε στη συνέχεια τις προσπάθειες  στην παρενόχληση των ελληνικών μαχητικών που κατευθύνονταν προς την Κύπρο. Το κύριο μέλημα της ΤΗΚ φάνηκε πως ήταν η όσο το δυνατόν πιο κοντινή προσέγγιση των αεροσκαφών A-7H αλλά και F-16C για να διαπιστωθεί ο οπλισμός που αυτά μετέφεραν.

Ενώ τα μαχητικά της ΠΑ είχαν την αποστολή προστασίας των «πακέτων» βομβαρδισμού τα τουρκικά μαχητικά δεν εμπλέκονταν με τα ελληνικά αντίθετα συνέχιζαν την πορεία τους «κυνηγώντας» πρακτικά τα αεροσκάφη που όδευαν για τη συμμετοχή τους στην άσκηση «Νικηφόρος».

Έτσι αν και τα ελληνικά μαχητικά συνοδείας είχαν εξασφαλισμένες παραμέτρους βολής βλημάτων IIR AIM-9L και πυροβόλων δεν μπορούσαν να εμποδίσουν πρακτικά τα τουρκικά να πλησιάσουν τα επιθετικά αεροσκάφη. Στόχος των Τούρκων δεν ήταν άλλος από το να αναγκάσουν τα A-7H κυριότερα αλλά και τα F-16C και ειδικότερα αυτά που μετέφεραν οπλισμό, όπως βόμβες Mk 83 να εμπλακούν σε εμπλοκή μαζί τους, γνωρίζοντας από πριν τα μειωμένα περιθώρια σε καύσιμο αλλά και ελιγμούς λόγω των τριών δεξαμενών για τα F-16 και των δύο για τα A-7H.

Η ελπίδα τους ήταν βέβαια να αναγκαστούν να αποχωρήσουν τα ελληνικά μαχητικά που προορίζονταν για την άσκηση «Νικηφόρος/Τοξότης» καθώς η εμπλοκή θα τα έβγαζε ενδεχομένως εκτός χρονοδιαγράμματος άσκησης. Αυτός βέβαια ήταν ο σκοπός τους, αλλά δεν επιτεύχθηκε καθώς  τα αεροσκάφη συνοδείας δεν επέτρεψαν παρά την προσέγγιση των αεροσκαφών της ΤΗΚ την διεξαγωγή εμπλοκών, αλλά ακόμη και αν αυτό γινόταν –όπως έγινε στον Νικηφόρο 96- υπήρχαν πάντα εφεδρικά αεροσκάφη στον αέρα για να αναπληρώσουν το κενό της ακύρωσης κάποιου που ήταν στο σκέλος της μετάβασης στην Κύπρο.

Τα τουρκικά αεροσκάφη έφεραν μια κοιλιακή δεξαμενή των 300 USG και τέσσερα βλήματα AIM-9L κάτι που τα καθιστούσε περισσότερο ευέλικτα σε σχέση με αυτή της ΠΑ.

Ο αντικειμενικός σκοπός των επιτελών του ΓΕΑ ήταν να φτάσουν τα ελληνικά στην Κύπρο ακολουθώντας το σενάριο της άσκησης χωρίς να είναι αναγκασμένα να εμπλέκονται διαρκώς στο σκέλος μετάβασης με τα τουρκικά μαχητικά. Για να γίνει δυνατό αυτό επιστρατεύτηκε μια ισχυρή συνοδεία από αεροσκάφη αναχαίτισης τα οποία και θα παρεμπόδιζαν τα τουρκικά μαχητικά.

Η τουρκική Αεροπορία ήταν παρούσα όπως ήταν φυσικό σε κάθε φάση της άσκησης  χρησιμοποιώντας τη χρονιά εκείνη τα ανεφοδιαστικά της αεροσκάφη σε πιο εκτεταμένη βάση, επιτρέποντας στα μαχητικά της να βρίσκονται περισσότερη ώρα στον αέρα από τα αντίστοιχα ελληνικά που έπρεπε να αντικατασταθούν όταν παρουσίαζαν πρόβλημα καυσίμου. Κύρια επιδίωξη των Τούρκων, ως προελέχθη, ήταν να αναγκάσουν τα αεροσκάφη της ΠΑ να εμπλακούν σε αερομαχίες ακυρώνοντας έτσι τη συμμετοχή τους στην άσκηση.

Ο σχεδιασμός της ελληνικής πλευράς από την άλλη προέβλεπε ,την τοποθέτηση αεροσκαφών περιπολίας σε διαμόρφωση CAP, κατά μήκος της διαδρομής που θα ακολουθούσαν τα αεροσκάφη προς την Κύπρο. Την ίδια αποστολή είχαν λάβει και τα Mirage F-1CG κοντά όμως στην Κρήτη. Σε κάποιες περιπτώσεις έγιναν και παραπλανητικές κινήσεις με αεροσκάφη F-4E και A-7H που δεν μετείχαν στην άσκηση αλλά που σα στόχο είχαν να τραβήξουν τα τουρκικά μαχητικά μακριά από αυτά που κατευθύνονταν στην «Νικηφόρος».

Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και την 14η και 15η Οκτωβρίου όταν τα ελληνικά μαχητικά πήραν μέρος στην τελική φάση της άσκησης αλλά και στην παρέλαση μετά τη λήξη της άσκησης. Το επίκεντρο των παραβάσεων του FIR Αθηνών ήταν πάντα ο εναέριος χώρος μεταξύ Ρόδου και Κύπρου αλλά οι παραβιάσεις του ΕΕΧ επεκτάθηκαν και στο κεντρικό Αιγαίο, και οι εμπλοκές μπήκαν πραγματικά στην ημερήσια διάταξη. Σύμφωνα με μαρτυρίες οι  Τούρκοι χειριστές επιζητούσαν τις εμπλοκές και εκτός του ότι είχαν σχετικές εντολές, ενδεχομένως και να αντισταθμίσουν την κακή τους εικόνα από τα ατυχήματα που είχαν υποστεί οι ίδιοι κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Η 16η Οκτωβρίου ήταν η ημέρα που επέστρεφε ο υπουργός Αμύνης από την Κύπρο και μόνο το γεγονός αυτό στάθηκε ικανό για την ΤΗΚ να προβεί στην ανοικτή πρόκληση επεισοδίου με στόχο το υπουργικό C-130. Αυτό έγινε καθώς το αεροσκάφος πετούσε 50 ν.μ. νοτίως της Κρήτης ζεύγος τουρκικών F-16 πλησίασε το αεροσκάφος και το ένα από αυτά πέρασε σε απόσταση μόλις 80 μέτρων από αυτό, ενώ τα ρεμού των καυσαερίων εκτός από τον ξερό κρότο κατάφεραν να ταρακουνήσουν όλο το αεροσκάφος και φυσικά τους επιβαίνοντες σε αυτό. Τα τουρκικά αεροσκάφη καταδιώχτηκαν από δύο ελληνικά F-16 και τη θέση τους πήραν άλλα δύο αεροσκάφη που βρίσκονταν ήδη στον αέρα.

Την ημέρα εκείνη η ΠΑ πραγματοποίησε 198 εξόδους(!) ενώ οι εμπλοκές ανήλθαν στις 90 αριθμοί πρωτόγνωροι ακόμη και για τα σκληροτράχηλα ελληνικά readiness.

Υπλογίζεται ότι εκείνη την ημέρα θα είχαν καταρριφθεί πάνω από 60 τουρκικά μαχητικά, έναντι 30 ελληνικών και αυτός ο αριθμός αφορά μόνο τις αερομαχίες όχι τις τουρκικές απώλειες από χρήση α/α βλημάτων, οι οποίες ήταν βέβαιες.

Τα επόμενα έτη τόσο το 1998/9 όσο και το 2000 οι αεροπορικές εμπλοκές ήταν στην κορύφωσή τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η 20η  Οκτωβρίου του 2000 και ενώ η «Νικηφόρος-Τοξότης» η βρισκόταν σε εξέλιξη σημειώθηκαν σκληρές εικονικές αερομαχίες στο χώρο Ρόδου-Κύπρου όπου 12 τουρκικά F-16 ενεπλάκησαν με αντίστοιχο αριθμό ελληνικών μαχητικών, τα τελευταία επιχειρώντας να κρατήσουν το δίαυλο ανοικτό για να περάσουν δύο ζεύγη A-7 και F-16 που πραγματοποίησαν προσβολή πλωτών στόχων με βόμβες των 500 λιβρών.

Στις 21 Οκτωβρίου, στην τελική φάση της άσκησης δύο ζεύγη A-7 και F-16 σε συνεργασία με το ραντάρ αεράμυνας στο όρος Τρόοδος, έπληξαν τους στόχους τους με βόμβες Mk 83, ενώ φυσικά δεν έλλειψαν και οι μαζικές εμπλοκές όταν 24 τουρκικά μαχητικά παραβαίνοντας τους κανόνες του FIR Αθηνών και Λευκωσίας αντιμετώπισαν 26 ελληνικά καταλήγοντας σε τουλάχιστον εφτά εμπλοκές.

Μετά τον Οκτώβριο του 1997 και για τρεις μήνες η τουρκική δραστηριότητα σημείωσε ύφεση στο Αιγαίο. Οι Μοίρες τους είχαν “φάει πολύ ξύλο” και χρειάζονταν ανασύνταξη, αλλάγή σχεδίν βελτίωση της εκπαίδευσης κλπ.

Ούτε σκέψη για να πετάξουν επάνω από ελληνικό έδαφος. Είχαν ζητήσει “διαπιστευτήρια” αποφασιστικότητας και τα είχαν λάβει και με το παραπάνω…

http://www.defencenet.gr/